26/2/09

Του Καρυωτάκη - Μαρία Πολυδούρη


«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα
κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ’ ηύραν εσύ να λείπης.
Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα
ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης.

Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, από τη μόνωσή σου
ένα σημείο από φωτιά τους έστελνες. γνωρίζαν
το θλιβερό χαιρέτισμα που φώταε της αβύσσου
τους δρόμους κι’ όλοι απόμεναν στον τόπο τους που ορίζαν.

Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι
έτσι μοιραία και θλιβερά στο «βράχο» του κινδύνου.
Κι’ όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι
ψάλαν μαζί κάποια στροφή καθιερωμένου θρήνου.

Μα φτάνουν πάντα στο «νησί» τα νέα παιδιά ολοένα.
Στην άδεια θέση σου ζητούν της ζωής το ελεγείο.
Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα
και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο.

3 σχόλια:

Diatton είπε...

Πιο εύστοχη ανάρτηση δε μπορούσες να κάνεις! Οι επιλογές σου αναδεικνύουν ένα πολύ θετικό υπόβαθρο...

Dorothea είπε...

Το είχα ξεχάσει αυτό το ποίημα και μόλις το βρήκα μπροστά μου στα άπαντα ήξερα πως έπρεπε να αναρτηθεί. Χαίρομαι που συμφωνείς με τις επιλογές μου :)

Diatton είπε...

Όσο κινείσαι σε τέτοια ονόματα που λατρεύω, θα το κάνω εξ' ορισμού...