20/9/23

Επιφάνια - Γιώργος Σεφέρης

 

Επιφάνια, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριούη μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλιατο σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέραςκαι το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου5χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μουκράτησα τη ζωή μου ταξιδεύονταςανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχήςσε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμήμια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουνστην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχανα μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούωγύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκαπερπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· ο χιονισμένοςκάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούνμήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτετα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπήδεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροισαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνησαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκιασαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερώνκάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδιαψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβεςτις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουνεκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωποςπου βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ’ αγγίζειστάλες βαριές πάνωστα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σουμέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενήβρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα. Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύειςνα θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν εκείνουςπου χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουνκάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκείπου στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένηκαι σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.Το χιόνικαι το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

1 σχόλιο:

Menelaos Gkikas είπε...

Δεν ρωτούν, σιωπαίνουν, δεν αλλάζουν, δεν τελειώνουν, ωραίες ιδέες και ταυτόχρονα νοοτροπία που δύσκολα συνηθίζεις αν μάλιστα, ξεκίνησες διαφορετικά. Θέλουν χρόνο όλα αυτά Νταίζη, καλή συνέχεια...