28/3/25

Περηφάνεια - Μαρία Πολυδούρη

 Ἔμεινα, καρτερώντας σε, ὡς ποὺ τὸ ἀστέρι ἐφάνη

τῆς χαραυγῆς ψηλά.

Μὰ ἡ φλόγα τους τὰ δάκριά μου τἄχε ὅλα πιὰ ξεράνει

κι᾿ οὔτε ὁ ψυχρὸς Λυκαβηττὸς μ᾿ ἄκουσε, σιωπηλὰ

καθὼς θρηνοῦσα τὄνειρο πὤσβηνε στὴν καρδιά μου.


Ὤ, τώρα ποὺ σὲ φέρανε οἱ στιγμὲς σιμά μου, πάλι

τ᾿ ἄστρο θὰ καρτερῶ,

γιὰ νὰ τοῦ πῶ, κρατώντας τὸ δάκρι πὤχει προβάλει

στὰ μάτια μου σὰν τὴ χαρὰ θερμὸ καὶ λαμπερό,

–τον εἶχα ἀπόψε ὅλον καημὸ μέσα στὴν ἀγκαλιά μου!

21/3/25

Ποιός ξέρει - Μαρία Πολυδούρη

 Καμμιὰν ἀπὸ τὶς πίκρες μου δὲ γνώρισες

τὶς πίκρες μου τὶς ἄσωστες τὶς μαῦρες.

Καὶ στῶν ματιῶν μου μέσ᾿ στὸ φεγγοβόλημα

τὰ δάκριά μου στεγνωμένα τὰ ᾿βρες.


Ἐσὺ μονάχα τὸ γλυκὸ χαμόγελο

καμάρωσες στὰ χείλη μου ἁπλωμένο

κ᾿ ἔχες μέσ᾿ στῶν ματιῶν μου τὸ ξαστέρωμα

τὸν πόθο σου τρελλὰ καθρεφτισμένο.

Μὲ γνώρισες νὰ γέρνω στὴν ἀγάπη σου

σὰν πεταλούδα στὸ ἄλικο λουλούδι

καὶ νὰ σκορπίζω ὅσο ἡ καρδιά μου ἐδύνοταν

μεθυστικὸ τὸ ἐρωτικὸ τραγούδι.


Γνώρισες τῆς χαρᾶς μου τὸ ἄγριο ξέσπασμα

στὸν ἀνοιξιάτικον ἀγρὸ ποὺ εὐώδα

λαχτάρας κύμα ἐγίνονταν ἡ ἀγκάλη μου

τὰ νειάτα σου νὰ σφίγγη καὶ τὰ ρόδα.

Ἐσὺ ποτὲ κρυφὰ δὲν ἀκολούθησες

τὸ βῆμα μου σὰν φεύγω ἀπὸ κοντά σου

κι᾿ ὅμως καὶ μὲ τὴ σκέψη σου μοῦ δόθηκες

καὶ μὲ τὴ φλόγα ἀκόμα τοῦ ἔρωτά σου.


Μὰ ποιὸς τὸ ξέρει ἄν, μία στιγμὴ βρισκόσουνα

κάπου ποὺ νὰ μὲ βλέπεις ὅταν γέρνω

καὶ σκύβω μαζωχτὴ κάτω ἀπὸ τἄγριο

χτύπημα, τὶς στριγγὲς φωνὲς ποὺ σέρνω

ἂν ἄκουες, καὶ στοῦ πόνου τὸ ξεχείλισμα

τὸ δόσιμο στὸ ξέψυχο μεθύσι,

τὰ δάκρια, ὤ, θὰ μ᾿ ἀρνιόσουν ὅλα ἂν τἄβλεπες.

Κι᾿ ὅμως μου λὲς πὼς μ᾿ ἔχεις ἀγαπήσει.

14/3/25

Τα πάθη της βροχής - Κική Δημουλά

 Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών

άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα

μ’ αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο

σι, σι, σι.

Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,

ήχος κανονικός, κανονικής βροχής


Όμως ο παραλογισμός

άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση

μού ᾿μαθε για τούς ήχους.

Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,

σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,

κρυστάλλινα ψηφία πού τσουγκρίζουν

και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,

όλη τη νύχτα

ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,

αξημέρωτος ήχος,

αξημέρωτη ανάγκη εσύ,

βραδύγλωσση βροχή,

σαν πρόθεση ναυαγισμένη

κάτι μακρύ να διηγηθεί

και λέει μόνο εσύ, εσύ,

νοσταλγία δισύλλαβη,

ένταση μονολεκτική,

το ένα εσύ σα μνήμη,

το άλλο σαν μομφή

και σαν μοιρολατρία,

τόση βροχή για μια απουσία,

τόση αγρύπνια για μια λέξη,

πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή

μ’ αυτή της τη μεροληψία

όλο εσύ, εσύ, εσύ,

σαν όλα τ᾿ άλλα να ᾿ναι αμελητέα

και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

7/3/25

Αγαπημένη μου Τάσος Λειβαδίτης

 Δος μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

Σ’ έβρισκα, αγαπημένη,

στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου.

Ύστερα έρχόταν η βροχή.

Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου

κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας.

Kράταγα τα χέρια σου

κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.

Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,

στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…


Oλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου,

τότε που μου χαμογελούσες.

Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου,

έζησα όλη τη ζωή.


Hξερες να δίνεσαι, αγάπη μου.

Δινόσουνα ολάκερη

και δεν κράταγες για τον εαυτό σου

παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.

Kαι τότε όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια

θάναι δικά μας.


Θά ’θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου,

αγάπη μου, μ’ όλη μου τη δύναμη.

Nα το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Ναι, αγαπημένη μου, πολύ πριν να σε συναντήσω

εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα…


Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά-θυμάσαι;-

μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά

σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια

με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,

αγαπημένη μου…

Αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα

εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα

και πάλι την ελπίδα.


Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Θα’ θελα να φωνάξω το όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.

Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές

και να φιλιούνται με τον ήλιο

να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές

και ν’ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα

να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα

να το μάθουν τα παιδιά για να μη φοβούνται το σκοτάδι,

να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές,

τα τρυγόνια στους φράχτες…

Να το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.


Να τα’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου,

ποτέ.

… Μες στην αγάπη μας είναι ένα δροσερό κλωνάρι

ένα σπουργίτι

μια φυσαρμόνικα…


Καλημέρα γειτόνισσες

να και κει, αγάπη μου,

εκεί στη γωνιά,

κοίταξε την άνοιξη που έρχεται

κοίταξε αυτά τα παλικάρια που γνέφουνε με τα δρεπάνια

και τα κορίτσια πίσω τους που δένουν σε δεμάτια τις ακτίνες του ήλιου

κοίταξε μας γνέφουν. Όλα μας γνέφουν.

Καλημέρα.

Καλημέρα όλα εσείς κοντινά και μακρινά μου αδέρφια.

Ελάτε να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.

Πέστε μου, δεν είναι όμορφη;

Σαν τη ζωή και το τραγούδι, αδέρφια μου, την αγαπάω.

Και πιο πολύ.

Καλημέρα ουρανέ, καλημέρα ήλιε, καλημέρα άνοιξη.

Ελάτε λοιπόν να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.

Καλημέρα ευτυχία.


Δώσ’ μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

Σ’ όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή.

Aνάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.

Tι θα απογίνουμε, αγαπημένη;

…μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την αγγίξω;

Πως θ’ άνοιγα μια πόρτα όταν δε θα ‘τανε για να σε συναντήσω

πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θα ‘ναι για να σε βρω.

Ήταν σα να ‘χε πεθάνει κι η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γη.

Που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε…

…ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι

και να σφίγγει το δικό σου χέρι.


Kι ήταν σα να ‘χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.

…έτσι λέει ο Hλίας: «εγώ θα βρω τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα»

κι ας τού χουν κόψει και τα δυο του χέρια.


Kι έτσι κάθε βράδυ η λάμπα έσβηνε τη μέρα μας.

Kι όταν ήτανε να πεθάνουμε αυτοί μας μίλησαν για τη ζωή.

Tότε κι εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε.

Σ’ εύρισκα, αγαπημένη,

στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.


Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου

αγαπημένη μου.


Mα και τι να πει κανείς

όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου

τόσο μεγάλα.


Ύστερα ερχόταν η βροχή.

Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου

κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας. Kράταγα τα χέρια σου

κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη. Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,

στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…


Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου

τότε που μου χαμογελούσες.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη τη ζωή.

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη

και δεν κράταγες για τον εαυτό σου

παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους

ανθρώπους

που δικαιώνουν τη ζωή.


Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε

φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε

φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του

παιδιού μας

φοβούνται τα χέρια σου, που ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά…


Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.

Kαι τότε

όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια

θα ‘ναι δικά μας.

Θα ‘θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.

Nα το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Aφού κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν

στο ήρεμο ψωμί,

στα δίκαια χέρια,

στην αιώνια ελπίδα,

πώς θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου,

να ‘χουμε πεθάνει..

28/2/25

Κλίμα της απουσίας - Οδυσσέας Ελύτης

      Ι

 Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν

Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε

 

Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε

Το αμετανόητο χέρι

 

Δέθηκα σ᾿ έναν κόμπο λύπης.

21/2/25

Η επιθυμία - Οδυσσέας Ελύτης

 Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία.

Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει…

14/2/25

Έρωτας δι'αλληλογραφίας - Γιώργος Σεφέρης

 Σ’ αγαπώ (μου επιτρέπεις;) 

και τίποτα δε μπορεί να σταματήσει αυτή την αγάπη 

εκτός από σένα, 

και πάλι είναι ζήτημα.

Έρωτας δι' αλληλογραφίας, 

Γ. Σεφέρης, 

Γράμματα στη Μαρώ