Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7/11/25

Άνεμος του Νοεμβρίου - Τάσος Λειβαδίτης

 Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε

τις κουρτίνες

γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;

Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;

Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει

αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα

που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου

την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα

χτες ή ένα αύριο

όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας

γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,

πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση

κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν

ν’αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος δεν μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελθον

(πότε ζήσαμε;)

και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και

κανείς δεν θα μας θυμηθεί.


Τάσος Λειβαδίτης

~ Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου

Εκδόσεις Κέδρος-2003.

19/9/25

Μουσική - Τάσος Λειβαδίτης

Ξέχειλη από σιωπή η απέραντη αίθουσα.

Και το πιάνο ήταν η μεγάλη, άγια Τράπεζα

όπου πάνω της, τα χέρια ενός άντρα, λιγνά κι ασυγκράτητα

κόβαν και μοιράζαν γύρω

τον άρτο της αιωνιότητας. 

11/5/25

Ίνα πληρωθή το ρηθέν… - Τάσος Λειβαδίτης

 Ήμουν τόσο λυπημένος,

που οι άγγελοι μου τραγουδούσαν στον ουρανό,

άρχιζα τότε να τραγουδάω κι εγώ

για να μην καταλάβουν οι γείτονες,

έτσι απέκτησα τη φήμη ξένοιαστου ανθρώπου

εξάλλου ο ρόλος μου πάντα ήταν να κρατάω ξύπνιο αυτό

το ηλίθιο φάντασμα μιας παλιάς ευτυχίας,

και καμιά φορά η μητέρα με ρωτούσε δακρυσμένη

“γιατί σ’ αρέσει να ταπεινώνεσαι;”

“θέλω να καταλάβω, μητέρα“.


Και κάθε τόσο απ’ το μεγάλο ρολόι του τοίχου

ακούγονταν οι θλιβεροί ήχοι των επιζώντων

στο ίδιο σπίτι μέναμε πολλοί:

ο γέρος με το φλάουτο

ένας τρελός χωρίς ηλικία

ένα φάντασμα απ’ την Οδησσό

εγώ με τα χειρόγραφά μου εγκαταλελειμμένα στον

ουρανό –

τ’ απογεύματα κάθομαι στο παράθυρο και κοιτάζω

ν’ ανάβουν ένα ένα τ’ άστρα

έτσι έμαθα την πικρή μοίρα των θνητών.


Μεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν

πραγματοποιηθήκατε ποτέ

όμως εσείς είναι που δώσατε αυτό το βάθος στη ματαιότητα,

ενώ η μητέρα κλειδωνόταν στην κάμαρα κι έκλαιγε σιωπηλά –

νευρασθένεια, έλεγαν οι γιατροί, όμως εγώ ήξερα ότι

είχαν περάσει τα χρόνια

κι έπρεπε τώρα να κλάψει και για εκείνα που δεν έγιναν ποτέ

κι ίσως αυτά να ήταν η αληθινή ζωή μας.


Αλλά κι όταν τελειώνει η μέρα, γίνεται άξαφνα μια

παράξενη ησυχία από πολλά πράγματα που ξεχάσαμε,

ο αέρας μυρίζει παλιούς μενεξέδες – το γέρικο νοσοκομείο

με τα μικρά κίτρινα φώτα του τη νύχτα μοιάζει

σα να’ ναι από μιαν άλλη εξωπραγματική ζωή – εκεί έζησα, άρρωστος

από χαμένες ευκαιρίες αιώνων,

όταν γύρισα σπίτι δεν ακούγονταν πια τ’ ανάλαφρα

βήματα των κοριτσιών ή των επισκεπτών το βράδυ.

Και κάθε φορά που έβαζα ένα δίσκο στο γραμμόφωνο,

καταλάβαινα ότι δεν ξαναρχίζει ποτέ κανείς δυο φορές

και μόνον ο χρόνος είναι γενναιόδωρος μοιράζοντας σε όλους τη σκοτεινή λησμοσύνη του – λοιπόν ποια πράξη μας βαρύνει την ημέρα της Κρίσεως;

Ποιος θα σηκωθεί να μας υπερασπιστεί ή έστω

να κάνει μια μικρή αναφορά στ΄όνομά μας;


Έρημα βράδια και νυχτερινοί δρόμοι που συναντήσαμε

τις σκιές εκείνων που τόσο θέλαμε να ξεχάσουμε!

Ώσπου στο τέλος κερδίζει μόνο όποιος χάνει :

πανάρχαιη, ανεξήγητη ανταμοιβή.

Έτσι, απόψε που σκοτείνιασε και δεν έχουμε πουθενά να

πάμε, ας κάνουμε ένα ταξίδι στα περασμένα –

τι θα βρούμε; άγνωστο.

Γι αυτό καλύτερα μην το διακινδυνεύσουμε,

ας γυρίσουμε προς τον τοίχο τις φωτογραφίες των νεκρών

κι ας κοιμηθούμε λίγο.

Αφού όλα είναι ανώφελα

κι εδώ που ζήσαμε θα κατοικήσει η λήθη.

7/3/25

Αγαπημένη μου Τάσος Λειβαδίτης

 Δος μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

Σ’ έβρισκα, αγαπημένη,

στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου.

Ύστερα έρχόταν η βροχή.

Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου

κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας.

Kράταγα τα χέρια σου

κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.

Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,

στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…


Oλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο αγάπη μου,

τότε που μου χαμογελούσες.

Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου,

έζησα όλη τη ζωή.


Hξερες να δίνεσαι, αγάπη μου.

Δινόσουνα ολάκερη

και δεν κράταγες για τον εαυτό σου

παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.

Kαι τότε όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια

θάναι δικά μας.


Θά ’θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου,

αγάπη μου, μ’ όλη μου τη δύναμη.

Nα το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Ναι, αγαπημένη μου, πολύ πριν να σε συναντήσω

εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα…


Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά-θυμάσαι;-

μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά

σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια

με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,

αγαπημένη μου…

Αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα

εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα

και πάλι την ελπίδα.


Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Θα’ θελα να φωνάξω το όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.

Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές

και να φιλιούνται με τον ήλιο

να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές

και ν’ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα

να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα

να το μάθουν τα παιδιά για να μη φοβούνται το σκοτάδι,

να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές,

τα τρυγόνια στους φράχτες…

Να το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.


Να τα’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου,

ποτέ.

… Μες στην αγάπη μας είναι ένα δροσερό κλωνάρι

ένα σπουργίτι

μια φυσαρμόνικα…


Καλημέρα γειτόνισσες

να και κει, αγάπη μου,

εκεί στη γωνιά,

κοίταξε την άνοιξη που έρχεται

κοίταξε αυτά τα παλικάρια που γνέφουνε με τα δρεπάνια

και τα κορίτσια πίσω τους που δένουν σε δεμάτια τις ακτίνες του ήλιου

κοίταξε μας γνέφουν. Όλα μας γνέφουν.

Καλημέρα.

Καλημέρα όλα εσείς κοντινά και μακρινά μου αδέρφια.

Ελάτε να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.

Πέστε μου, δεν είναι όμορφη;

Σαν τη ζωή και το τραγούδι, αδέρφια μου, την αγαπάω.

Και πιο πολύ.

Καλημέρα ουρανέ, καλημέρα ήλιε, καλημέρα άνοιξη.

Ελάτε λοιπόν να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.

Καλημέρα ευτυχία.


Δώσ’ μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

Σ’ όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή.

Aνάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.

Tι θα απογίνουμε, αγαπημένη;

…μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την αγγίξω;

Πως θ’ άνοιγα μια πόρτα όταν δε θα ‘τανε για να σε συναντήσω

πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θα ‘ναι για να σε βρω.

Ήταν σα να ‘χε πεθάνει κι η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γη.

Που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε…

…ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι

και να σφίγγει το δικό σου χέρι.


Kι ήταν σα να ‘χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.

…έτσι λέει ο Hλίας: «εγώ θα βρω τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα»

κι ας τού χουν κόψει και τα δυο του χέρια.


Kι έτσι κάθε βράδυ η λάμπα έσβηνε τη μέρα μας.

Kι όταν ήτανε να πεθάνουμε αυτοί μας μίλησαν για τη ζωή.

Tότε κι εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε.

Σ’ εύρισκα, αγαπημένη,

στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.


Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου

αγαπημένη μου.


Mα και τι να πει κανείς

όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου

τόσο μεγάλα.


Ύστερα ερχόταν η βροχή.

Mα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου

κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας. Kράταγα τα χέρια σου

κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη. Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,

στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…


Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου

τότε που μου χαμογελούσες.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη τη ζωή.

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη

και δεν κράταγες για τον εαυτό σου

παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους

ανθρώπους

που δικαιώνουν τη ζωή.


Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε

φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε

φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του

παιδιού μας

φοβούνται τα χέρια σου, που ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά…


Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.

Kαι τότε

όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια

θα ‘ναι δικά μας.

Θα ‘θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.

Nα το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Aφού κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν

στο ήρεμο ψωμί,

στα δίκαια χέρια,

στην αιώνια ελπίδα,

πώς θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου,

να ‘χουμε πεθάνει..

22/3/22

Σε περιμένω παντού - Τάσος Λειβαδίτης

 Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,

μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.

Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.

Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται

νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.


Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.

Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,

θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.


Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,

σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.


Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.


Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,

ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο... ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!



19/3/10

ΔΕΙΛΙΝΟ - Τάσος Λειβαδίτης

Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις 
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα - 
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα 
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα 
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα 
κι έτρεχα να τη σώσω. 
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ' έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.