Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28/2/25

Κλίμα της απουσίας - Οδυσσέας Ελύτης

      Ι

 Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν

Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε

 

Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε

Το αμετανόητο χέρι

 

Δέθηκα σ᾿ έναν κόμπο λύπης.

21/2/25

Η επιθυμία - Οδυσσέας Ελύτης

 Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία.

Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει…

11/8/24

Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης - Οδυσσέας Ελύτης

 βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου

Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια

Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα

Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα

Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;

Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου

τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα

Ἦταν ἡ ὀδύνη


Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη

φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.

Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία

Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.

Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες

Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια

Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ

χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.


Σ᾿ ἄφησα τότες

Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια

Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω

Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.

Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό

Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει

Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας

Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.


(Προσανατολισμοί)

 ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

18/3/23

Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ - Οδυσσέας Ελύτης

 Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο

Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι

Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς

Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς

Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ

ἐφηβαῖο

Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες

Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!


21/9/11

Ο κήπος βλέπει - Οδυσσέας Ελύτης

1. Ίσως

αν εξαιρέσουμε τους Αναχωρητές
να 'μαι ο τελευταίος παίκτης
που ασκεί τα δικαιώματά του
οίηση
τι πάει να πει
κέρδος δεν καταλαβαίνω
ένας Πανσέληνος που ζωγραφίζει ενώ δεν υπάρχει Θεός
και αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο

ρεύμα
τι νερό
κυανό με σπίθες
πέρ' απ' το φράγμα του ήχου των Σειρήνων
να μου κάνει νόημα
πηδώντας

έλα
κάπου

συντελεσμένη κείται η Τελειότητα
κι αφήνει να κυλήσει ώσαμε δω ρυάκι

                                    ο Vivaldi ο Mozart
                                    ενώτια παμφανόωντα

την ώρα που τ' αντανακλά η στροφή της κεφαλής

η πραγματικότητα
                   δεν ενδιαφέρεται
ποιος νέμεται το μέρος το φθαρτό
και ποιος το άλλο

τα βέλη προς τα κάτω και τα βέλη προς τα επάνω
δε συναντήθηκαν ποτέ



ο κήπος βλέπει

ακούει τους ήχους απ' τα χρώματα
τους ιριδισμούς που ένα χάδι
αφήνει
πάνω στο σώμα το γυμνό την ώρα
που το τραβούν μυριάδες νήματα
ψηλά
μαίνονται τα μηνύματα
          τι να το κάνεις
          δε νογά κανείς

μένουμε σαν ασυρματοφόρα
παρατημένα μες στην έρημο και αχρηστευμένα εδώ κι αιώνες
                  απελπιστικά παλεύοντας τα κύματα
                  να βρούνε δέκτη
                  δέσμες ήχων μουσικής
                                    ηλεκτρονικής
που τους λύθηκε η πόρπη
και πέφτουν μ' άλλους διάττοντες
βαθιά μέσα στη νύχτα κει που μόλις

                                    η καμπύλη της γης διακρίνεται.

2.                  Τι θα γίνει λοιπόν όταν
κάποτε λήξουν οι κοινωνικοί αγώνες όταν οι εφευρέσεις
αυτοαχρηστευθούν τα αιτήματα όλα ικανοποιηθούν

                      κενό

           που μέσα του θα πέσουν (και καλώς να πέσουν)
           όσοι γυρίζουν τον τροχό για τον Τροχό

                      θάμβος

                      οι άλλοι εμείς
θ' αρχινίσουμε να ζούμε μυημένοι στα σανσκριτικά του σώματος
ουσιαστικά και μεταφορικά μιλώντας

όπως θέλω να πω ζωγράφιζεν ο Piero
della Francesca ή κατουρούσε o Arthrur Rimbaud
πάντοτε με τη συγκατάθεση των ηλιοτροπίων
                (να μωρέ Ποίηση)
αλλά τότε ακόμα υπήρχανε
τριανταφυλλιές με σημασία θρησκευτική
                       αλληλούια

                       η Κυρία των Αγγέλων
με χρυσό αλεξίπτωτο
         κατέβαινε ως το μαξιλάρι σου
                      Υιέ μου πλάγιαζε κοντά σου
η απέραντη πεδιάδα
        φυσημένες δεξιά οι τουλίπες όλες
αριστερά ο αέρας
        χρωμοθέτης αλάνθαστος


                        ο κήπος βλέπει
ανάγκη να μετατρεπόμαστε κάθε στιγμή σε εικόνα
Tout la mer et tout le ciel pour un seul
 victoire d' enfance

          μ' αλλά λόγια κάτι ελάχιστο αλλά και
          σημαντικό τόσο που
η μαγεία να κινεί το χέρι μας και να το ερμηνεύει
καταπώς οι σκιές αλλάζουν θέση

                        λες
έχουν πάρει κιόλας το μερίδιο του Θεού

                        ίδια σ' άλλους καιρούς οι Όσιοι.

3. Τα πανύψηλα όρη
           ας πούμε οι Άνδεις
                       έχουνε το αντίστοιχό τους
                       μέσα μας (όπως το Σύμπαν
                       υποτίθεται
                       κάποιο άλλο από αντιύλη)
           όπου όταν προχωρούμε προς την κορυφή τους
           αραιώνει κι εκεί ο αέρας
                        τόσο που λιποθυμάς

τα ανθρώπινα όργανα δεν αντέχουνε τόση καθαρότητα

ένας Vermeer κάποτε το κατάφερε αλλ'
                        εστηρίχθηκε στο χρώμα

                        η γραφή σταματά

θέλει να τρως το ψαροκόκαλο και να πετάς το ψάρι

                       δύναμη

εάν ποτέ σου ακινητούσε η φλόγα μες στα δάχτυλα
                        με μια κλίση προς τα επάνω

θα μας πάρει εκείνος που μετακινεί τους πληθυσμούς

                       ο
κήπος βλέπει

στα νερά τα πράσινα της Ατλαντίδος
               βουτάν Λίβυες
               αναδύεται Κόρη
               Θηρασία
τεντωμένο το χέρι της δείχνει την απόσταση
που μας χωρίζει από τον τρόπο να 'μαστε όλοι μας
               άγγελοι με φύλο.

4.                                  Εάν είχε δίκιο ή όχι
ο Πλωτίνος θα φανεί μια μέρα
               το μεγάλο μάτι με τη διαφάνεια
               και μια θάλασσα πίσω του σαν την Ελένη
δένοντας τον ήλιο
               μαζί μ' άλλα λουλούδια στα μαλλιά της

                      εκατό μύρια σήματα
                      ζήτα ήτα ωμέγα

               που εάν και δεν σου αρμόσουν λέξη
                       αύριο
                       θα 'ναι χθες για πάντα

                       μιλώ φιλοσοφία

              στα ζευγάρια μέσα υπάρχει μια χρυσόμυγα
              που επαναλαμβάνει αέναα την Οδύσσεια
η μισή Ναυσικά συνεχίζεται απ' τα κύματα
και τους αντικατοπτρισμούς ως πέρα
                      στα παράλια της Μικρασίας
                      κει που κάποτε ο Ηράκλειτος
                      οιάκισε τον Κεραυνό
                      (δεν πρόκειται για λάθος)

σ' ένα δεύτερο επίπεδο θα ξαναγίνουν πόλεμοι
δίχως να σκοτώνεται κανείς
               αποθέματα θανάτου υπάρχουνε αρκετά


                       ο κήπος βλέπει

               βάνει μπρος την αντίστροφη μέτρηση

                        μαρασμός
                        ακμή
                        ξύπνημα

              ένα στήθος νέας γυναίκας είναι ήδη
              άρθρο μελλοντικού Συντάγματος.

5. Έ τι! Απ' αυτούς που σίγουρα μια μέρα
θα υπερισχύσουν έχω
δόξα να 'χει ο Θεός απαλλαγεί
                       μη σώσουν
                       και μου απλώσουν χέρι
               θα υπάρξουν πάντοτε δύο ή τρεις
               γενναίοι να βλέπουνε τον κόσμο
               χωρίς σκοπιμότητα

γήρας είναι η Ιστορία
και το φρούτο ανάμεσα στα δόντια νεότης
ένα μόνο χαμόγελο -εάν είναι από πηγή - νικά

                       και ο κήπος βλέπει

δίνει ώθηση άξαφνη
                στα μισά της ψυχής να μας προφτάσει.

6. Α μονάχα να 'ξερα
μιαν ελευθερία πραγματική
που να μπορώ να την υμνώ χωρίς
                       να φαίνομαι αφελής ή φαρισαίος

                       όπως ακριβώς ο αθώος
                       να μπορούσα να δω
                       πίσω απ' τον Τύραννο τον ουρανό
με αταραξία να συνεχίζεται ως
                       τ' αντίπερα βουνά
                       τις πίσω θάλασσες
μία διαφάνεια
                που να διαπερνά τη γέννησή μου
                μητέρα και πατέρα και βλοσυρούς προγόνους

                        οτοτοτοί
που 'λεγε κι ο γερο-
Αισχύλος
                ας τρομάξουμε μήπως και ξυπνήσει
                μέσα μας η γαλήνη κι η ανάγκη της
                απλώσει κάμπο - σχηματίσει επάνω στα νερά
                         νέα γη


ο κήπος βλέπει


τούφες τούφες μαργαρίτες
                εύφλεκτες λευκές ιδέες
                και πουλιά της θάλασσας
                        μία μεγαλόνησος
                        ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση
                        με σειρά τετραπλούς φοίνικες
                αλλά καμία
ταραχή σαν ιστορία όπου τα γεγονότα σβήστηκαν
κι έμεινε στα επίπεδα των βασιλέων

                         μόνη
                         μία
                         Κόρη
                γυαλιστερή σαν όστρακο
να κατεβαίνει φέρνοντας τον άνεμο
                         σ' ένα πανέρι.

7.                      Ο κήπος βλέπει
πριν ακόμα γίνουν
αυτά που αισθάνομαι ν' αφήνουν μιαν ανεπαίσθητη γραμμή

                          όπως τις ώρες
του θανάτου ανάλαφρα τα όρη
απαλά τα χόρτα λείχοντας τα γιγαντιαία πόδια μου

η φθορά του χρόνου εντέλει θα στραφεί εναντίον του
είναι από μέντα κι από λόγια του Ιωάννου
                η ποίηση
                φυσάει

έτσι το νερό στη φούχτα
πίνετε προχωρείτε
               συναντάτε το άλσος το περίφημο του Κολωνού
               ακολουθείτε τον Οιδίποδα
                           δροσιά
                           γαλήνη
                           αηδόνια
ξάφνου ξημερώματα
               ο πετεινός επάνω στους ανεμοδείχτες
               είσ' εσύ μέσα στην εκκλησία
               το τέμπλο υπέροχο με τις ροδιές

η Κόρη βηματίζοντας στο κύμα
              ελαφρός πουνέντες
                                 φυσάει

              το χέρι σου αντιγράφει
                           τ' Ασύλληπτα.



18/6/10

Ακίνδυνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμπόδιστου - Ο. Ελύτης


Τώρα, στη βάρκα οπού κι αν μπεις άδεια θα φτάσει
Εγώ αποβλέπω· σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και πού κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και
        Αύγουστος
Τότε πού αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά
        ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω άπ' τη γραμμή του
        ορίζοντα
Όσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Πού από ψηλά
                    κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα

Λάμπει μέσα μου κείνο πού αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει

"Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου ύποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης
        οφθαλμού πού πρωτο-
Είσέρχεται στον ερωτά και τ'άλλο το χρυσό, πού δπου κι αν το
        τοποθετείς ίουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οί στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κεϊ πού
        οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν έγεννήθηκα ν'ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ'ούρανοϋ κει πάλι ζητώ ν'αποκατασταθώ
Στά δίκαια μου. Το λέει κι ό αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ό Ιούδας
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες που και πού
        θ' ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό ή Όξω Πέτρα μέσ'άπό τη μαυρίλα
Θ'αρχίσει ν'αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι άσημ'ι και με πρασινωπά πτερύγια
        γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε πού κα'ι του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου ο! αγάπες: τόσα
Του βράχου ή τύρφη και του άφραχτου ύ'πνου σου ή φρικαλέα
        ραγισματιά: δυο φορές τόσα

Ωσπου κάποτε, ό βυθός μ' δλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ'αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι αλλά ως τότε
        άνεκμυστήρευτα
Σάν μέσ'άπό τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων
κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη
Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα ή γη με μια βάρκα μαύρη
        κι άδεια χαμένη στα πελάγη της.


ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ (1991)

8/8/09

ΟΛΑ ΤΑ ΠΗΡΕ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ - Οδυσσέας Ελύτης

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ' άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι
από τη ποιητική συλλογή Τα Ρω του Έρωτα

12/2/09

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα

Στ' αληθινά στα ψεύτικα

το λέω και τ' ομολογώ
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ

μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά

Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

Τα ρω του έρωτα - Οδυσσέας Ελύτης

19/1/09

Το μονόγραμμα - Οδυσσεας Ελυτης

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-- ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.