Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.
Γέρασες, φίλε, και βουβάθηκαν τα μάτια σου, δεν τραγουδάνε πια, όπως πρώτα, δεν μιλούν, δεν ψιθυρίζουν καν. Δυό σκοτεινά παράθυρα τα μάτια σου, χτισμένα, και πια δεν φτάνει ώς εμένα η μέσα μουσική σου. Υπάρχει, αλήθεια, ακόμα αυτή η μέσα μουσική ή μήπως είσαι ώς εκεί χτισμένος, ώς τα μύχια της ψυχής σου, πλήρης σιωπής και συμπαγής σαν πέτρινο άγαλμα;
Εσωτικά τοπία, 1991
Είμαι η λυκοπαγίδα κι είμαι ο λύκος
που πιάστηκε σ' αυτή
Κανένας δεν το βλέπει δεν το ξέρει
Ούτε εκείνοι που με χαιρετούν από μακριά
Ούτε αυτοί που μ' αγκαλιάζουν ή μου σφίγγουνε το χέρι
Τόσο έντεχνα έχω πνίξει μέσα μου το ουρλιαχτό
Του θριάμβου το ουρλιαχτό του πόνου
Κυκλοφορώ ανάμεσά τους μ' άνεση φορώντας
Το πιο αδιάφορο χαμόγελο το πιο καθημερνό
Ενώ οι δαγκάνες μου χώνονται βαθιά
Όλο και πιο βαθιά μες στα πλευρά μου
Τύποι ήλων, 1978