31/1/26

Φυγή ~ Κώστας Καρυωτάκης

 Ι

Αἰσθάνομαι τὴν πραγματικότητα μὲ σωματικὸ πόνο. Γύρω δὲν ὑπάρχει ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ τείχη ποὺ στενεύουν διαρκῶς περισσότερο, τέλματα στὰ ὁποῖα βυθίζομαι ὁλοένα. Ἀναρχοῦμαι ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μου.


Ἡ παραμικρότερη ὑπόθεση γίνεται τώρα σωστὴ περιπέτεια. Γιὰ νὰ πῶ μία κοινὴ φράση, πρέπει νὰ τὴ διανοηθῶ σ᾿ ὅλη της τὴν ἔκταση, στὴν ἱστορική της θέση, στὶς αἰτίες καὶ τὰ ἀποτελέσματά της. Ἀλγεβρικὲς ἐξισώσεις τὰ βήματά μου.


ΙΙ

Εἶμαι ὁ Φαίδων ριγμένος στὴ λάσπη. Θαυμαστὸ βιβλίο, ποὺ οἱ ἔννοιές του δὲ θὰ τὸ σώσουν ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ τὴ βροχή, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ τοὺς ἀνθρώπους.


ΙΙΙ

Στὸ χυδαῖο αὐτὸ καρναβάλι, ἐφόρεσα ἀληθινὴ πορφύρα, στέμμα ἀπὸ καθαρό, ἀτόφιο χρυσάφι, ὕψωσα ἕνα σκῆπτρο πάνω ἀπὸ τὰ πλήθη, κ᾿ ἐπήγαινα ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Ἔχανα τὴ συνείδηση τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ ἐπήγαινα σὰν ὑπνοβάτης, ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Οἱ παλιάτσοι ἔτρεχαν μπροστά μου ἢ ἐχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Ἐφώναζαν, ἐχτυποῦσαν. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπήγαινα βλέποντας τὰ σύννεφα καὶ ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα ἐπροχωροῦσα. Μὲ τοὺς ἀγκῶνες ἄνοιγα τόπο, ἀφήνοντας πίσω μου ράκη. Ἀποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στὸν ἥλιο ἔσπαζαν οἱ καγχασμοὶ τῶν ἄλλων. Κ᾿ ἤμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σὰν τσακισμένο δέντρο, ἄκουσα γιὰ τελευταία φορὰ τὴν ἐσωτερική μου φωνή.


ΙV

Καὶ τώρα ἔχασα τὴν ἤρεμο ἐνατένιση. Ποῦ ν᾿ ἀφήσω τὸ βάρος τοῦ ἑαυτοῦ μου; Δὲν μπορῶ νὰ συμφιλιωθῶ μὲ τοὺς κήπους. Τὰ βουνὰ μὲ ταπεινώνουν. Γιὰ νὰ δώσω τροφὴ στοὺς λογισμούς μου, παίρνω τὸ μεγάλο, δημόσιο δρόμο. Δυὸ φορὲς δὲ θὰ ἰδῶ τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Οἱ χωρικοὶ ποὺ στέκονται ἀπορημένοι, ἔχουν τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ὑγεία. Τὰ σπίτια τους εἶναι παλάτια παραμυθιοῦ. Οἱ κατσίκες τους δὲ μηρυκάζουν σκέψεις. Χτυπῶ τὸ πόδι καὶ φεύγω. Περπατῶ ὁλόκληρες μέρες. Ποῦ πηγαίνω; Ὅταν γυρίσω τὸ κεφάλι, ξέρω πὼς θ᾿ ἀντικρίσω τὸ φάσμα τοῦ ἑαυτοῦ μου.

24/1/26

Ερωτικό - Ναπολέων Λαπαθιώτης

 Καημὸς ἀλήθεια νὰ περνῶ

τοῦ ἔρωτα πάλι τὸ στενό,

ὥσπου νὰ πέσει ἡ σκοτεινιὰ

μιὰ μέρα τοῦ θανάτου...


Στενὸ βαθὺ καὶ θλιβερό,

ποῦ θὰ θυμᾶμαι γιὰ καιρό,

- τί μοῦ στοιχίζει στὴν καρδιὰ

τὸ ξαναπέρασμά του;


Ἂς εἶναι, ὡστόσο, - τί ὠφελεῖ;

Γυρεύω πάντα τὸ φιλί,

στερνὸ φιλί, πρῶτο φιλὶ

καὶ μὲ λαχτάρα πόση!


Γυρεύω πάντα τὸ φιλὶ - ἂχ καρδιά μου!

ποὺ μοῦ τὸ τάξανε πολλοί,

κι ὅμως δὲν μπόρεσε κανεὶς

ποτὲ νὰ μοῦ τὸ δώσει...


Ἴσως μιὰ μέρα, ὅταν χαθῶ,

γυρνώντας πάλι στὸ βυθὸ

καὶ μὲ τὴ νύχτα μυστικά,

γίνουμε πάλι ταίρι,


αὐτὸ τὸ ἀνεύρετο φιλί,

ποὺ τὸ λαχτάρησα πολύ,

- σὰ μιὰ παλιά της ὀφειλὴ

- νὰ μοῦ τὸ ξαναφέρει...

16/12/25

Ballade - François Villon

 Στη χώρα μου είμαι σε χώρα μακρινή


γελάω κλαίγοντας, χωρίς ελπίδα περιμένω


διασκεδάζω χωρίς ευχαρίστηση καμιά


είμαι δυνατός κι όμως δύναμη δεν έχω,


ούτε εξουσία


τίποτα δεν μου ανήκει:


η αβεβαιότητα είναι η μόνη μου περιουσία.


Κερδίζω σ’ όλα κι όμως χαμένος παραμένω.


Όταν ξημερώνει, στο Θεό λέω καληνύχτα


κι όταν ξαπλώνω φοβάμαι πως θα πέσω.

12/12/25

άλφα στερητικό - Τόλης Νικηφόρου

 μερικές φορές χαμογελούν ανεξήγητα

δεν ενδίδουν όμως ποτέ

ασυγκίνητοι μένουν στα δάκρυα μας

απρόσιτοι

όπως ο μυστικός κρουνός

που τη νύχτα σκορπίζει στον κόσμο


οι νεκροί

για πάντα άτρωτοι από τη μοναξιά ή τ ην αγάπη

5/12/25

Δος μου την τρικυμία - Τάκης Σινόπουλος

Δος μου την τρικυμία στα χείλη σου,

τον ήλιο του μεσημεριού στο καυτερό σου δέρμα.

Πονάω τον πόνο σου, γίνομαι ο πόνος σου.

Βασανισμένη των αστερισμών,

πώς να σου ειπώ για την αγάπη.

Τα λόγια φεύγοντας χάνουν τον ήχο τους.

Δος μου την τρικυμία στο στήθος σου

κι άκουσε τον αντίλαλο στα σπλάχνα μου.

Μες στο μισόφωτο, μέσα στη σκοτεινιά της κάμαρας

σ’ αιχμαλωτίζει η κούραση. Κι’ εγώ είμαι αυτό το πρόσωπο

που συλλογίζεται και δεν κοιμάται,

που δεν κουράζεται κι ολοένα σε κοιτάζει.


Τάκης Σινόπουλος, Ποιήματα για την Άννα ~ 

επιμ. Μανόλης Σαββίδης 

Ερμής

Αθήνα 1999

3/12/25

Τελευταίος σταθμός - Γιώργος Σεφέρης

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι’ άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη·

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαρειά μια νάρκη.

Κι’ όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι’ ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι·

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του

    Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.


Είναι κι’ αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος

ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι’ από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτειά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη

   τη Συρία·

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του

    Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι’ ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θά ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους·

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·

χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι’ ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν

σαν έρθει ο θέρος

προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύουνται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.


Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

   τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι’ αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν

    το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

   νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν·

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας

λεύγες και λεύγες·

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι’ α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·

στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε...»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν. 

28/11/25

Απολογισμός της μοναξιάς - Ντίνος Χριστιανόπουλος

 Σπασμένες μέσα μου εἰκόνες ἀνταπόκρισης,

ρήμαγμα μέσα σὲ ξένες ἀγκαλιές,

ἀπελπισμένο κρέμασμα ἀπὸ λαγόνια ξένα.

Πέσιμο ἐκεῖ ποὺ μοναχὰ ἡ μοναξιὰ ὁδηγεῖ:

νὰ ὑποτάξω ἀκόμη καὶ τὸ πνεῦμα μου,

νὰ τὸ προσφέρω σὰν τὴν ἔσχατη ὑποταγή.