Η βασανιστική αναζήτηση ενός τέλους άρτιου, σωστού
μήπως και φτάσεις κάποτε ως την τελειότητα
έχει τον κίνδυνο ενός τέλους κλειστού και οριστικού
που αρνείται ν΄ανοιχτεί στην περιπέτεια μιας νέας αρχής
η ζωή ειναι ενα χαος ταξη δεν υπαρχει μονο αταξια και ανυπαρξια
Η βασανιστική αναζήτηση ενός τέλους άρτιου, σωστού
μήπως και φτάσεις κάποτε ως την τελειότητα
έχει τον κίνδυνο ενός τέλους κλειστού και οριστικού
που αρνείται ν΄ανοιχτεί στην περιπέτεια μιας νέας αρχής
κάτω από το ποίημα των ματιών
ποίημα είναι το χαμόγελό σου
όπως και στις λέξεις σου η μουσική
ποίημα το ανάλαφρο περπάτημα
και η αύρα που σε περιβάλλει
το κάθε τι φανερό ή κρυφό σου
είναι ένα ζωντανό ποίημα
και όλα μαζί αρμονικά συνθέτουν
την ποιητική συλλογή με τ’ όνομά σου
Έχω ένα άδειο σκουριασμένο πιστόλι
και μια αλήθεια βολικιά σαν ξυράφι
Και περιφέρομαι από πόλη σε πόλη
μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Έχω ένα φόβο που τον έχουνε όλοι
και μια φωτιά που την ταΐζω με λάθη
Και περιφέρομαι από πόλη σε πόλη
μ’ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Έχω ένα δρόμο, μα δεν ξέρω που βγάζει,
μια ίσια γραμμή σ’ ένα βρόμικο χάρτη
Και στροβιλίζομαι απ’ τη μια άκρη στην άλλη
μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Έχω μια θλίψη που `ναι τόσο μεγάλη
που όλο φοβάμαι μην τυχόν και ξεσπάσει
Κι ισορροπώ μέσα στου ονείρου τη ζάλη
μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Έχω έναν ήλιο χλωμό στη φορμόλη,
μια καρδιά που διψάει σαν καμένο χωράφι
Και περιφέρομαι από πόλη σε πόλη
μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Ι
Αἰσθάνομαι τὴν πραγματικότητα μὲ σωματικὸ πόνο. Γύρω δὲν ὑπάρχει ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ τείχη ποὺ στενεύουν διαρκῶς περισσότερο, τέλματα στὰ ὁποῖα βυθίζομαι ὁλοένα. Ἀναρχοῦμαι ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μου.
Ἡ παραμικρότερη ὑπόθεση γίνεται τώρα σωστὴ περιπέτεια. Γιὰ νὰ πῶ μία κοινὴ φράση, πρέπει νὰ τὴ διανοηθῶ σ᾿ ὅλη της τὴν ἔκταση, στὴν ἱστορική της θέση, στὶς αἰτίες καὶ τὰ ἀποτελέσματά της. Ἀλγεβρικὲς ἐξισώσεις τὰ βήματά μου.
ΙΙ
Εἶμαι ὁ Φαίδων ριγμένος στὴ λάσπη. Θαυμαστὸ βιβλίο, ποὺ οἱ ἔννοιές του δὲ θὰ τὸ σώσουν ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ τὴ βροχή, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
ΙΙΙ
Στὸ χυδαῖο αὐτὸ καρναβάλι, ἐφόρεσα ἀληθινὴ πορφύρα, στέμμα ἀπὸ καθαρό, ἀτόφιο χρυσάφι, ὕψωσα ἕνα σκῆπτρο πάνω ἀπὸ τὰ πλήθη, κ᾿ ἐπήγαινα ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Ἔχανα τὴ συνείδηση τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ ἐπήγαινα σὰν ὑπνοβάτης, ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Οἱ παλιάτσοι ἔτρεχαν μπροστά μου ἢ ἐχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Ἐφώναζαν, ἐχτυποῦσαν. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπήγαινα βλέποντας τὰ σύννεφα καὶ ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα ἐπροχωροῦσα. Μὲ τοὺς ἀγκῶνες ἄνοιγα τόπο, ἀφήνοντας πίσω μου ράκη. Ἀποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στὸν ἥλιο ἔσπαζαν οἱ καγχασμοὶ τῶν ἄλλων. Κ᾿ ἤμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σὰν τσακισμένο δέντρο, ἄκουσα γιὰ τελευταία φορὰ τὴν ἐσωτερική μου φωνή.
ΙV
Καὶ τώρα ἔχασα τὴν ἤρεμο ἐνατένιση. Ποῦ ν᾿ ἀφήσω τὸ βάρος τοῦ ἑαυτοῦ μου; Δὲν μπορῶ νὰ συμφιλιωθῶ μὲ τοὺς κήπους. Τὰ βουνὰ μὲ ταπεινώνουν. Γιὰ νὰ δώσω τροφὴ στοὺς λογισμούς μου, παίρνω τὸ μεγάλο, δημόσιο δρόμο. Δυὸ φορὲς δὲ θὰ ἰδῶ τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Οἱ χωρικοὶ ποὺ στέκονται ἀπορημένοι, ἔχουν τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ὑγεία. Τὰ σπίτια τους εἶναι παλάτια παραμυθιοῦ. Οἱ κατσίκες τους δὲ μηρυκάζουν σκέψεις. Χτυπῶ τὸ πόδι καὶ φεύγω. Περπατῶ ὁλόκληρες μέρες. Ποῦ πηγαίνω; Ὅταν γυρίσω τὸ κεφάλι, ξέρω πὼς θ᾿ ἀντικρίσω τὸ φάσμα τοῦ ἑαυτοῦ μου.
Καημὸς ἀλήθεια νὰ περνῶ
τοῦ ἔρωτα πάλι τὸ στενό,
ὥσπου νὰ πέσει ἡ σκοτεινιὰ
μιὰ μέρα τοῦ θανάτου...
Στενὸ βαθὺ καὶ θλιβερό,
ποῦ θὰ θυμᾶμαι γιὰ καιρό,
- τί μοῦ στοιχίζει στὴν καρδιὰ
τὸ ξαναπέρασμά του;
Ἂς εἶναι, ὡστόσο, - τί ὠφελεῖ;
Γυρεύω πάντα τὸ φιλί,
στερνὸ φιλί, πρῶτο φιλὶ
καὶ μὲ λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα τὸ φιλὶ - ἂχ καρδιά μου!
ποὺ μοῦ τὸ τάξανε πολλοί,
κι ὅμως δὲν μπόρεσε κανεὶς
ποτὲ νὰ μοῦ τὸ δώσει...
Ἴσως μιὰ μέρα, ὅταν χαθῶ,
γυρνώντας πάλι στὸ βυθὸ
καὶ μὲ τὴ νύχτα μυστικά,
γίνουμε πάλι ταίρι,
αὐτὸ τὸ ἀνεύρετο φιλί,
ποὺ τὸ λαχτάρησα πολύ,
- σὰ μιὰ παλιά της ὀφειλὴ
- νὰ μοῦ τὸ ξαναφέρει...
Στη χώρα μου είμαι σε χώρα μακρινή
γελάω κλαίγοντας, χωρίς ελπίδα περιμένω
διασκεδάζω χωρίς ευχαρίστηση καμιά
είμαι δυνατός κι όμως δύναμη δεν έχω,
ούτε εξουσία
τίποτα δεν μου ανήκει:
η αβεβαιότητα είναι η μόνη μου περιουσία.
Κερδίζω σ’ όλα κι όμως χαμένος παραμένω.
Όταν ξημερώνει, στο Θεό λέω καληνύχτα
κι όταν ξαπλώνω φοβάμαι πως θα πέσω.
μερικές φορές χαμογελούν ανεξήγητα
δεν ενδίδουν όμως ποτέ
ασυγκίνητοι μένουν στα δάκρυα μας
απρόσιτοι
όπως ο μυστικός κρουνός
που τη νύχτα σκορπίζει στον κόσμο
οι νεκροί
για πάντα άτρωτοι από τη μοναξιά ή τ ην αγάπη