Η σάρκα μου
πάντα πονάει στα χτυπήματα,
πάντοτε χαίρεται στα χάδια.
Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.
Αντιδικίες - 1955
η ζωή ειναι ενα χαος ταξη δεν υπαρχει μονο αταξια και ανυπαρξια
Η σάρκα μου
πάντα πονάει στα χτυπήματα,
πάντοτε χαίρεται στα χάδια.
Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.
Αντιδικίες - 1955
για να αγγίξεις το γαλάζιο τ’ ουρανού
πρέπει πρώτα να βυθιστείς στην κόλαση
καλή λοιπόν η γνώση και η φαντασία
καλό το χαρτί και το μολύβι
χρήσιμος και ο υπολογιστής
γραφική ύλη όμως για τα βιβλία
είναι τα ανοιχτά τραύματα
από την περιπέτεια της ζωής
αίμα και δάκρυα καυτά
χαράζουν στο χαρτί τα ποιήματα
Οι πεθαμένοι ποτέ δεν επιστρέφουν
αλλά κι οι ζωντανοί που δεν ξαναγυρνούν
γίνονται πια σαν πεθαμένοι.
Κάποιες φορές τους φέρνουμε πίσω με τη μνήμη
για να τους δούμε όπως ήσαν
όταν για τελευταία φορά τους συναντήσαμε
να ξανανιώσουμε έστω για μια στιγμή
τα όσα ζήσαμε μαζί τους
για να βεβαιωθούμε προπαντός
πως δεν τους σκοτώσαμε εμείς.
Η βασανιστική αναζήτηση ενός τέλους άρτιου, σωστού
μήπως και φτάσεις κάποτε ως την τελειότητα
έχει τον κίνδυνο ενός τέλους κλειστού και οριστικού
που αρνείται ν΄ανοιχτεί στην περιπέτεια μιας νέας αρχής
κάτω από το ποίημα των ματιών
ποίημα είναι το χαμόγελό σου
όπως και στις λέξεις σου η μουσική
ποίημα το ανάλαφρο περπάτημα
και η αύρα που σε περιβάλλει
το κάθε τι φανερό ή κρυφό σου
είναι ένα ζωντανό ποίημα
και όλα μαζί αρμονικά συνθέτουν
την ποιητική συλλογή με τ’ όνομά σου
Έχω ένα άδειο σκουριασμένο πιστόλι
και μια αλήθεια βολικιά σαν ξυράφι
Και περιφέρομαι από πόλη σε πόλη
μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Έχω ένα φόβο που τον έχουνε όλοι
και μια φωτιά που την ταΐζω με λάθη
Και περιφέρομαι από πόλη σε πόλη
μ’ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Έχω ένα δρόμο, μα δεν ξέρω που βγάζει,
μια ίσια γραμμή σ’ ένα βρόμικο χάρτη
Και στροβιλίζομαι απ’ τη μια άκρη στην άλλη
μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Έχω μια θλίψη που `ναι τόσο μεγάλη
που όλο φοβάμαι μην τυχόν και ξεσπάσει
Κι ισορροπώ μέσα στου ονείρου τη ζάλη
μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Έχω έναν ήλιο χλωμό στη φορμόλη,
μια καρδιά που διψάει σαν καμένο χωράφι
Και περιφέρομαι από πόλη σε πόλη
μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι
Ι
Αἰσθάνομαι τὴν πραγματικότητα μὲ σωματικὸ πόνο. Γύρω δὲν ὑπάρχει ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ τείχη ποὺ στενεύουν διαρκῶς περισσότερο, τέλματα στὰ ὁποῖα βυθίζομαι ὁλοένα. Ἀναρχοῦμαι ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μου.
Ἡ παραμικρότερη ὑπόθεση γίνεται τώρα σωστὴ περιπέτεια. Γιὰ νὰ πῶ μία κοινὴ φράση, πρέπει νὰ τὴ διανοηθῶ σ᾿ ὅλη της τὴν ἔκταση, στὴν ἱστορική της θέση, στὶς αἰτίες καὶ τὰ ἀποτελέσματά της. Ἀλγεβρικὲς ἐξισώσεις τὰ βήματά μου.
ΙΙ
Εἶμαι ὁ Φαίδων ριγμένος στὴ λάσπη. Θαυμαστὸ βιβλίο, ποὺ οἱ ἔννοιές του δὲ θὰ τὸ σώσουν ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ τὴ βροχή, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
ΙΙΙ
Στὸ χυδαῖο αὐτὸ καρναβάλι, ἐφόρεσα ἀληθινὴ πορφύρα, στέμμα ἀπὸ καθαρό, ἀτόφιο χρυσάφι, ὕψωσα ἕνα σκῆπτρο πάνω ἀπὸ τὰ πλήθη, κ᾿ ἐπήγαινα ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Ἔχανα τὴ συνείδηση τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ ἐπήγαινα σὰν ὑπνοβάτης, ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Οἱ παλιάτσοι ἔτρεχαν μπροστά μου ἢ ἐχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Ἐφώναζαν, ἐχτυποῦσαν. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπήγαινα βλέποντας τὰ σύννεφα καὶ ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα ἐπροχωροῦσα. Μὲ τοὺς ἀγκῶνες ἄνοιγα τόπο, ἀφήνοντας πίσω μου ράκη. Ἀποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στὸν ἥλιο ἔσπαζαν οἱ καγχασμοὶ τῶν ἄλλων. Κ᾿ ἤμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σὰν τσακισμένο δέντρο, ἄκουσα γιὰ τελευταία φορὰ τὴν ἐσωτερική μου φωνή.
ΙV
Καὶ τώρα ἔχασα τὴν ἤρεμο ἐνατένιση. Ποῦ ν᾿ ἀφήσω τὸ βάρος τοῦ ἑαυτοῦ μου; Δὲν μπορῶ νὰ συμφιλιωθῶ μὲ τοὺς κήπους. Τὰ βουνὰ μὲ ταπεινώνουν. Γιὰ νὰ δώσω τροφὴ στοὺς λογισμούς μου, παίρνω τὸ μεγάλο, δημόσιο δρόμο. Δυὸ φορὲς δὲ θὰ ἰδῶ τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Οἱ χωρικοὶ ποὺ στέκονται ἀπορημένοι, ἔχουν τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ὑγεία. Τὰ σπίτια τους εἶναι παλάτια παραμυθιοῦ. Οἱ κατσίκες τους δὲ μηρυκάζουν σκέψεις. Χτυπῶ τὸ πόδι καὶ φεύγω. Περπατῶ ὁλόκληρες μέρες. Ποῦ πηγαίνω; Ὅταν γυρίσω τὸ κεφάλι, ξέρω πὼς θ᾿ ἀντικρίσω τὸ φάσμα τοῦ ἑαυτοῦ μου.