8/5/26

Burnt Norton V - T. S. Eliot

 V

Words move, music moves
Only in time; but that which is only living
Can only die. Words, after speech, reach
Into the silence. Only by the form, the pattern,
Can words or music reach
The stillness, as a Chinese jar still
Moves perpetually in its stillness.
Not the stillness of the violin, while the note lasts,
Not that only, but the co-existence,
Or say that the end precedes the beginning,
And the end and the beginning were always there
Before the beginning and after the end.
And all is always now. Words strain,
Crack and sometimes break, under the burden,
Under the tension, slip, slide, perish,
Decay with imprecision, will not stay in place,
Will not stay still. Shrieking voices
Scolding, mocking, or merely chattering,
Always assail them. The Word in the desert
Is most attacked by voices of temptation,
The crying shadow in the funeral dance,
The loud lament of the disconsolate chimera.

    The detail of the pattern is movement,
As in the figure of the ten stairs.
Desire itself is movement
Not in itself desirable;
Love is itself unmoving,
Only the cause and end of movement,
Timeless, and undesiring
Except in the aspect of time
Caught in the form of limitation
Between un-being and being.
Sudden in a shaft of sunlight
Even while the dust moves
There rises the hidden laughter
Of children in the foliage
Quick now, here, now, always—
Ridiculous the waste sad time
Stretching before and after.

1/5/26

Burnt Norton I - T. S. Eliot

 Time present and time past

Are both perhaps present in time future,

And time future contained in time past.

If all time is eternally present

All time is unredeemable.

What might have been is an abstraction

Remaining a perpetual possibility

Only in a world of speculation.

What might have been and what has been

Point to one end, which is always present.

Footfalls echo in the memory

Down the passage which we did not take

Towards the door we never opened

Into the rose-garden. My words echo

Thus, in your mind.

                              But to what purpose

Disturbing the dust on a bowl of rose-leaves

I do not know.

25/4/26

Υστερόγραφο - Γιώργος Σεφέρης

 Ἀλλὰ ἔχουν μάτια κάτασπρα χωρὶς ματόκλαδα

καὶ τὰ χέρια τοὺς εἶναι λιγνὰ σὰν τὰ καλάμια.


Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς. Γνώρισα

τὴ φωνὴ τῶν παιδιῶν τὴν αὐγὴ

πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας

χαρούμενα σὰ μέλισσες καὶ σὰν

τὶς πεταλοῦδες μὲ τόσα χρώματα.

Κύριε ὄχι μ᾿ αὐτούς, ἡ φωνή τους

δὲ βγαίνει κἂν ἀπὸ τὸ στόμα τους.

Στέκεται κεῖ κολλημένα σὲ κίτρινα δόντια.


Δική σου ἡ θάλασσα κι ὁ ἀγέρας

μ᾿ ἕνα ἄστρο κρεμασμένο στὸ στερέωμα,

Κύριε, δὲ ξέρουνε πῶς εἴμαστε

ὅ,τι μποροῦμε νὰ εἴμαστε

γιατρεύοντας τὶς πληγές μας μὲ τὰ βότανα

ποῦ βρίσκουμε πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς

ὄχι ἄλλες, τοῦτες τὶς πλαγιὲς κοντά μας,

πῶς ἀνασαίνουμε ὅπως μποροῦμε ν᾿ ἀνασαίνουμε

μὲ μιὰ μικρούλα δέηση κάθε πρωὶ

ποῦ βρίσκει τ᾿ ἀκρογιάλι ταξιδεύοντας

στὰ χάσματα τῆς μνήμης.


Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς.

Ἂς γίνει ἀλλιῶς τὸ θέλημά Σου.

18/4/26

Πάνω σὲ μιὰ χειμωνιάτικη ἀχτῖνα - Γιώργος Σεφέρης

 «Εἶπες ἐδῶ καὶ χρόνια:

«Κατὰ βάθος εἶμαι ζήτημα φωτός».

Καὶ τώρα ἀκόμη σὰν ἀκουμπᾷς

στὶς φαρδιὲς ὠμοπλάτες τοῦ ὕπνου

ἀκόμη κι ὅταν σὲ ποντίζουν

στὸ ναρκωμένο στῆθος τοῦ πελάγου

ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο

ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει

ἀναζητᾷς ψηλαφητὰ τὴ λόγχη

τὴν ὁρισμένη νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου

γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξει στὸ φῶς.

11/4/26

Προσμένω πάλι - Ναπολέων Λαπαθιώτης

 Θυμᾶμαι, νύχτα ἦταν βαθειά,

μὰ ἡ μέρα κόντευε νὰ φτάσει,

καθὼς κινήσαμε μαζί,

γιὰ νὰ χαθοῦμε μὲς στὴν πλάση...


Και σ᾿ ὅσα πέσαμε κακά,

παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,

κανένας μας δὲ μπορεῖ πιὰ

μήτε νὰ δεῖ μήτε νὰ μάθει...


Πόσο παλέψαμε κι οἱ δυὸ

καὶ κυλιστήκαμε στὸ χῶμα,

ζητώντας καὶ τὰ πιὸ μικρά,

-δὲ θὰ τὸ πεῖ κανένα στόμα...


Κι ἐπειδὴς εἴχαμε δεχτεῖ,

καθένας τὴ δική του μοῖρα,

πῆρες τὸν ἕνα δρόμο ἐσύ,

κι ἐγὼ τὸν ἄλλο δρόμο πῆρα.


Κι ἀφοῦ χαθήκαμε καιρὸ

καὶ πλανηθήκαμε στὴν τύχη,

(κι ὡς τώρα, μόνος μας δεσμὸς

δὲν ἦταν παρὰ κάποιοι στίχοι),


τώρα, ποὺ τ᾿ ὄνειρο γιὰ μᾶς

τὰ φῶτα σβήνει τὰ στερνά του,

-προσμένω, πάλι, νὰ σὲ βρῶ,

μὲς στὴ γαλήνη τοῦ θανάτου...

4/4/26

Λυπήσου - Ναπολέων Λαπαθιώτης

 Λυπήσου ἐκείνους ποὺ πονοῦν,

βουβὰ κι ἀνώφελα, γιὰ κάτι,

καὶ παίρνουν, γιὰ νὰ λησμονοῦν,

τῆς ζωῆς κάποιο ἄθλιο μονοπάτι...


Λυπήσου αὐτοὺς ποὺ ἔχουν χαθεῖ,

μὲς στὴν θλιμμένη ὕπαρξή μας,

κι ἔγιναν αἴνιγμα βαθύ,

μιὰ καὶ δὲν εἶναι μεταξύ μας...


Κι αὐτόν, κι αὐτὸν ποὺ ἀναπολεῖ

τὰ περασμένα του λυπήσου:

μὰ ὅμως, ἀκόμα πιὸ πολύ,

τὶς ὦρες τῆς βαθειᾶς σιωπῆς σου,


λυπήσου αὐτούς, πού, μιὰ φορά,

μὲ φτερὰ ζοῦσαν, καὶ τὰ χάνουν,

καὶ δὲν τοὺς μένει ἄλλη χαρά,

παρὰ ἡ χαρὰ πὼς θὰ πεθάνουν...


 

28/3/26

ύπαρξη - Τόλης Νικηφόρου

 σπασμένο

ένα χέρι που απλώνεται

που ρωτάει και λαχταράει

και μένει μάταια απλωμένο



Συλλογή: Ένα καθαρό μαντήλι (2024) 

- Τόλη Νικηφόρου