Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25/4/26

Υστερόγραφο - Γιώργος Σεφέρης

 Ἀλλὰ ἔχουν μάτια κάτασπρα χωρὶς ματόκλαδα

καὶ τὰ χέρια τοὺς εἶναι λιγνὰ σὰν τὰ καλάμια.


Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς. Γνώρισα

τὴ φωνὴ τῶν παιδιῶν τὴν αὐγὴ

πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας

χαρούμενα σὰ μέλισσες καὶ σὰν

τὶς πεταλοῦδες μὲ τόσα χρώματα.

Κύριε ὄχι μ᾿ αὐτούς, ἡ φωνή τους

δὲ βγαίνει κἂν ἀπὸ τὸ στόμα τους.

Στέκεται κεῖ κολλημένα σὲ κίτρινα δόντια.


Δική σου ἡ θάλασσα κι ὁ ἀγέρας

μ᾿ ἕνα ἄστρο κρεμασμένο στὸ στερέωμα,

Κύριε, δὲ ξέρουνε πῶς εἴμαστε

ὅ,τι μποροῦμε νὰ εἴμαστε

γιατρεύοντας τὶς πληγές μας μὲ τὰ βότανα

ποῦ βρίσκουμε πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς

ὄχι ἄλλες, τοῦτες τὶς πλαγιὲς κοντά μας,

πῶς ἀνασαίνουμε ὅπως μποροῦμε ν᾿ ἀνασαίνουμε

μὲ μιὰ μικρούλα δέηση κάθε πρωὶ

ποῦ βρίσκει τ᾿ ἀκρογιάλι ταξιδεύοντας

στὰ χάσματα τῆς μνήμης.


Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς.

Ἂς γίνει ἀλλιῶς τὸ θέλημά Σου.

18/4/26

Πάνω σὲ μιὰ χειμωνιάτικη ἀχτῖνα - Γιώργος Σεφέρης

 «Εἶπες ἐδῶ καὶ χρόνια:

«Κατὰ βάθος εἶμαι ζήτημα φωτός».

Καὶ τώρα ἀκόμη σὰν ἀκουμπᾷς

στὶς φαρδιὲς ὠμοπλάτες τοῦ ὕπνου

ἀκόμη κι ὅταν σὲ ποντίζουν

στὸ ναρκωμένο στῆθος τοῦ πελάγου

ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο

ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει

ἀναζητᾷς ψηλαφητὰ τὴ λόγχη

τὴν ὁρισμένη νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου

γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξει στὸ φῶς.

3/12/25

Τελευταίος σταθμός - Γιώργος Σεφέρης

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι’ άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη·

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαρειά μια νάρκη.

Κι’ όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι’ ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι·

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του

    Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.


Είναι κι’ αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος

ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι’ από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτειά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη

   τη Συρία·

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του

    Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι’ ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θά ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους·

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·

χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι’ ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν

σαν έρθει ο θέρος

προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύουνται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.


Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

   τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι’ αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν

    το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

   νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν·

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας

λεύγες και λεύγες·

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι’ α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·

στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε...»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν. 

14/2/25

Έρωτας δι'αλληλογραφίας - Γιώργος Σεφέρης

 Σ’ αγαπώ (μου επιτρέπεις;) 

και τίποτα δε μπορεί να σταματήσει αυτή την αγάπη 

εκτός από σένα, 

και πάλι είναι ζήτημα.

Έρωτας δι' αλληλογραφίας, 

Γ. Σεφέρης, 

Γράμματα στη Μαρώ



7/2/25

Ἡ λυπημένη - Γιώργος Σεφέρης

 Στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς

κάθισες πρὸς τὸ βράδυ
μὲ τοῦ ματιοῦ σου τὸ μαυράδι
δείχνοντας πὼς πονεῖς·

κι εἶχες στὰ χείλια τὴ γραμμὴ
ποὺ εἶναι γυμνὴ καὶ τρέμει
σὰν ἡ ψυχὴ γίνεται ἀνέμη
καὶ δέουνται οἱ λυγμοί·

κι εἶχες στὸ νοῦ σου τὸ σκοπὸ
ποὺ ξεκινᾶ τὸ δάκρυ
κι ἤσουν κορμὶ ποὺ ἀπὸ τὴν ἄκρη
γυρίζει στὸν καρπό·

μὰ τῆς καρδιᾶς σου ὁ σπαραγμὸς
δὲ βόγκηξε κι ἐγίνη
τὸ νόημα ποὺ στὸν κόσμο δίνει
ἔναστρος οὐρανός.

12/10/24

Φυγή - Γιώργος Σεφέρης

 Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας

ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε

ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ

ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι

ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε

νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.


Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε

σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν

νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε

μὲ τόσο πάθος.


Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε

μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες

κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα

ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου

κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη

μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε

μέσα στὴ φυγή.

5/10/24

Τὸ Σῶμα - Γιώργος Σεφέρης

 Τοῦτο τὸ σῶμα ποὺ ἔλπιζε σὰν τὸ κλωνὶ ν᾿ ἀνθίσει

καὶ νὰ καρπίσει καὶ στὴν παγωνιὰ νὰ γίνει αὐλὸς

ἡ φαντασία τὸ βύθισε σ᾿ ἕνα βουερὸ μελίσσι

γιὰ νὰ περνᾶ καὶ νὰ τὸ βασανίζει ὁ μουσικὸς καιρός.



5/5/24

Περιστατικὰ Γ´ - Γιώργος Σεφέρης

 Χωρὶς χρῶμα, χωρὶς σῶμα

τούτη ἡ ἀγάπη ποὺ πηγαίνει
σκορπισμένη, μαζεμένη,
σκορπισμένη πάλι-πάλι,
κι ὅμως σφύζει κι ὅμως πάλλει
στὴ δαγκωματιὰ τοῦ μήλου
στὴ χαραγματιὰ τοῦ σύκου
σ᾿ ἕνα βυσσινὶ κεράσι
σὲ μιὰ ρώγα ἀπὸ ροδίτη
τόση ἀνάερη Ἀφροδίτη,
θὰ διψάσει θὰ κεράσει
ἕνα στόμα κι ἄλλο στόμα
χωρὶς χρῶμα, χωρὶς σῶμα.

1/12/23

Γιώργος Σεφέρης

 Δὲν ἔχει ἀσφοδίλια, μενεξέδες, μήτε ὑάκινθους-

πῶς νὰ μιλήσεις μὲ τοὺς πεθαμένους.

Οἱ πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τὴ γλώσσα τῶν λουλουδιῶν-

γι᾿ αὐτὸ σωπαίνουν

ταξιδεύουν καὶ σωπαίνουν, ὑπομένουν καὶ σωπαίνουν

παρὰ δήμων ὀνείρων, παρὰ δήμων ὀνείρων.

24/11/23

Τὸ Σῶμα - Γιώργος Σεφέρης

 Τοῦτο τὸ σῶμα ποὺ ἔλπιζε σὰν τὸ κλωνὶ ν᾿ ἀνθίσει

καὶ νὰ καρπίσει καὶ στὴν παγωνιὰ νὰ γίνει αὐλὸς

ἡ φαντασία τὸ βύθισε σ᾿ ἕνα βουερὸ μελίσσι

γιὰ νὰ περνᾶ καὶ νὰ τὸ βασανίζει ὁ μουσικὸς καιρός. 

29/10/23

Φυγή - Γιώργος Σεφέρης

 Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας

ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε

ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ

ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι

ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε

νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.


Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε

σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν

νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε

μὲ τόσο πάθος.


Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε

μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες

κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα

ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου

κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη

μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε

μέσα στὴ φυγή.

20/9/23

Επιφάνια - Γιώργος Σεφέρης

 

Επιφάνια, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριούη μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλιατο σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέραςκαι το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου5χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μουκράτησα τη ζωή μου ταξιδεύονταςανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχήςσε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμήμια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουνστην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχανα μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούωγύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκαπερπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· ο χιονισμένοςκάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούνμήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτετα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπήδεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροισαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνησαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκιασαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερώνκάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδιαψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβεςτις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουνεκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωποςπου βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ’ αγγίζειστάλες βαριές πάνωστα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σουμέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενήβρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα. Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύειςνα θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν εκείνουςπου χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουνκάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκείπου στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένηκαι σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.Το χιόνικαι το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

22/1/10

Ἄρνηση - Γιώργος Σεφέρης

Στὸ περιγιάλι τὸ κρυφὸ
κι ἄσπρο σὰν περιστέρι
διψάσαμε τὸ μεσημέρι
μὰ τὸ νερὸ γλυφό.

Πάνω στὴν ἄμμο τὴν ξανθὴ
γράψαμε τ᾿ ὄνομά της
ὡραῖα ποὺ φύσηξεν ὁ μπάτης
καὶ σβήστηκε ἡ γραφή.

Μὲ τί καρδιά, μὲ τί πνοή,
τί πόθους καὶ τί πάθος
πήραμε τὴ ζωή μας· λάθος!
κι ἀλλάξαμε ζωή.